- μεταμφιεσμένος
- οθηλ. -η αυτός που μεταμφιέζεται, ο μασκαράς: Οι μεταμφιεσμένοι χόρευαν στο δρόμο.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
διθύραμβος — Αρχαίο ελληνικό χορικό άσμα με αφηγηματικό περιεχόμενο, αφιερωμένο κατά κανόνα στον Διόνυσο. Δυστυχώς, o ορισμός για τον δ. είναι γενικός, επειδή το υλικό που προσφέρεται σε κείμενα και πληροφορίες είναι πολύ αποσπασματικό. Σε κάθε περίπτωση,… … Dictionary of Greek
κουδουνάτος — η, ο [κουδούνι] 1. αυτός που έχει κρεμασμένα πάνω του κουδούνια 2. μεταμφιεσμένος, μασκαράς … Dictionary of Greek
κρυπτός — ή, ό (AM κρυπτός, ή, όν) [κρύπτω] 1. αυτός που μένει αφανής, κρυμμένος, κρυφός, μυστικός (α. «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» β. ἐπεποίητο γὰρ οἱ κρυπτὴ διῶρυξ ἐκ τῆς ἀκροπόλιος φέρουσα ἐπὶ θάλασσαν», Ηρόδ.) 2. φρ. «ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ» εντελώς… … Dictionary of Greek
μασκαράς — (I) ο (Μ μασκαράς) μεταμφιεσμένος τής αποκριάς, προσωπιδοφόρος·* νεοελλ. ντυμένος ή βαμμένος με γελοίο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. mascara]. (II) ο άνθρωπος ανήθικος και πονηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. maskara < αραβ. maschara] … Dictionary of Greek
μεταμφιέζω — (ΑΜ μεταμφιέζω και μεταμφιάζω) 1. αλλάζω το ένδυμα κάποιου, ντύνω κάποιον με άλλο ένδυμα («μεταμφιέσασα τὸν μὲν Κροῑσον ἠνάγκασε τὴν οἰκέτου... σκευὴν ἀναλαβεῑν», Λουκιαν.) 2. μέσ. μτφ. μεταμορφώνομαι, αλλάζω τη μορφή μου με άλλη («ἀποδυσάμενος… … Dictionary of Greek
ντόμινο — το 1. είδος χειμερινού ωμοφορίου που έφεραν άλλοτε οι ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί 2. ενιαίο μακρύ ένδυμα με κουκούλα, που φορούν συνήθως οι μεταμφιεσμένοι τις Απόκριες 3. (κατ επέκτ.) ο μεταμφιεσμένος με το παραπάνω ένδυμα 4. είδος επιτραπέζιου… … Dictionary of Greek
προσωπιδοφόρος — ον, Ν αυτός που φορά προσωπίδα, ο μασκοφόρος, ιδίως ο μεταμφιεσμένος τής αποκριάς, ο μασκαράς. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσωπίδα + φόρος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Άγγ. Βλάχου] … Dictionary of Greek
τζαμάλι — το, Ν μεταμφιεσμένος που έχει κουδούνια, ο κουδουνάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για διαλ. τ., πιθ. αραβικής προελεύσεως (πρβλ. τζαμάλα, η), «αποκριάτικη φωτιά» στη διάλεκτο τών Ιωαννίνων)] … Dictionary of Greek
Αυξεντίου, Γρηγόριος — (1928 1957). Κύπριος πατριώτης, υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, από το χωριό Λύση της Αμμοχώστου. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές ήρθε στην Ελλάδα όπου υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό (1948 52). Μετά το τέλος της θητείας του επέστρεψε στην Κύπρο, όπου… … Dictionary of Greek
Βάτραχοι — Κωμωδία του Αριστοφάνη, που γράφτηκε με αφορμή τον θάνατο του Ευριπίδη και ανέβηκε έναν χρόνο αργότερα (405 π.Χ.), χαρίζοντας στον μεγάλο κωμικό τα πρωτεία στον δραματικό αγώνα των Ληναίων. Στην κωμωδία αυτή ο Διόνυσος μεταμφιεσμένος σε Ηρακλή,… … Dictionary of Greek